έγγειος

-ο και έγγαιος, -α, -ο (AM ἔγγειος, -ον και ἔγγαιος, -α, -ον)
αυτός που αναφέρεται στη γη, που αποτελείται από κτήματα
νεοελλ.
1. «έγγειος ιδιοκτησία»
α) ιδιοκτησία που περιλαμβάνει κτήματα με όλες τις απαραίτητες εγκαταστάσεις
β) ακίνητη περιουσία
2. «έγγειος πρόσοδος» — το σύνολο τών αγαθών που παράγει η γη σ΄ ένα οικονομικό έτος
3. «έγγειος φόρος» — αυτός που επιβάλλεται σε κάθε λογής έγγειο πρόσοδο
αρχ.
1. ντόπιος, εγχώριος
2. αυτός που βρίσκεται μέσα στα όρια τής χώρας
3. αυτός που βρίσκεται ολόκληρος ή κατά ένα μέρος του μέσα στο χώμα («ἔγγεια φυτά», «λίθων τὰ ἔγγαια μέρη»)
4. χθόνιος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • έγγειος — α, ο που αναφέρεται στη γη και τα προϊόντα της: Έγγειος φόρος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἔγγειος — ἔγγαιος masc/fem nom sg ἔγγειος in masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔγγειον — ἔγγαιος masc/fem acc sg ἔγγαιος neut nom/voc/acc sg ἔγγειος in masc/fem acc sg ἔγγειος in neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ПРОЦЕНТЫ —    • Τόκος          (τόκος от τίκτω, ср. Fenus, Фенус), есть доход, получаемый кредитором от должника за отданный в долг капитал. Величина П. в Элладе считалась или по числу оболов и драхм, вносимых за месячное пользование миной, или по частям… …   Реальный словарь классических древностей

  • έγγαιος — α, ον βλ. έγγειος …   Dictionary of Greek

  • ακρόστιχον — Φορολογία των Βυζαντινών, που επιβαλλόταν στην έγγεια ιδιοκτησία. Οι φορολογούμενοι καταγράφονταν στο λεγόμενο υπομνηστικόν κατάστιχον, που κρατούσε ο γενικός λογοθέτης. Ήταν τακτική εισφορά και εκείνος που δεν «εισεκόμιζε» το ποσό που του… …   Dictionary of Greek

  • γη — Γ. ονομάζεται γενικά το έδαφος πάνω στο οποίο κατοικούμε (ετυμολογείται από το αρχαίο γαία). Με ευρύτερη έννοια, ορίζεται επίσης η οικουμένη, ο επίγειος κόσμος, η επιφάνεια του εδάφους. Γ., όμως, ονομάζεται κυρίως ο τρίτος πλανήτης του ηλιακού… …   Dictionary of Greek

  • επαρούριον τέλος — ἐπαρούριον τέλος, το (Α) έγγειος φόρος …   Dictionary of Greek

  • ζυγοκέφαλον — ζυγοκέφαλον, τό (Α) έγγειος φόρος που δινόταν σε χρήμα ή είδος ανάλογα με τον αριθμό τών αροτριώντων ζευγών. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζυγόν + κεφαλον (< κεφαλή)] …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Κοινωνία και Οικονομία (Αρχαιότητα) — ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΑΡΧΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ Η οικονομία στην Aρχαϊκή περίοδο Στον τομέα της οικονομίας, στην Aρχαϊκή περίοδο, σημειώθηκε μια σημαντική πρόοδος σε σχέση με τη Γεωμετρική περίοδο. Κατά τη διάρκεια της Γεωμετρικής… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.